Γράφει ο Κωνσταντίνος Παπαχρήστος*
Από μικρός άκουγα συνεχώς ιστορίες για το χωριό που μεγάλωσε ο παππούς μου ο Κώστας, τα Βραγκιανά. Το φανταζόμουν πάντα σαν ένα μέρος που πρέπει να πάω. Όχι, γιατί ήταν ένα μέρος πολύ ωραίο για διακοπές, αλλά για να δω τον τόπο από τον οποίο κατάγομαι και τα μέρη που προήλθαν αυτές οι ιστορίες. Όμως, ποτέ δεν πηγαίναμε και, όταν ο μπαμπάς μου ο Παναγιώτης ρωτούσε τον παππού «θέλεις να πάμε μεθαύριο στα Βραγκιανά;», ο παππούς απαντούσε «Τι να πάω να κάνω εκεί;». Λοιπόν, νομίζω ότι ο παππούς μετάνιωσε τα λόγια του, γιατί το προηγούμενο καλοκαίρι πήγαμε στο χωριό…
Όταν φτάσαμε πήγαμε να κοιμηθούμε γιατί ήταν αργά. Την άλλη μέρα την περάσαμε βλέποντας διάφορα μέρη του χωριού. Πρώτα πήγαμε στην εκκλησία που βαπτίστηκε ο παππούς Κώστας και ανάψαμε ένα κεράκι. Ύστερα πήγαμε στο νεκροταφείο και είδαμε τον οικογενειακό μας τάφο. Μετά πήγαμε στο πατρικό μας σπίτι, στο οποίο δυστυχώς δεν μπορούσαμε να μείνουμε, γιατί είναι χρόνια τώρα που η προγιαγιά μας, η οποία έμενε στο σπίτι, απεβίωσε, και έτσι ασυντήρητο, είναι έτοιμο να καταρρεύσει. Ο μπαμπάς μπήκε μέσα και βρήκε κάποιες παλιές φωτογραφίες. Όσο κάναμε μια βόλτα, είδαμε και ένα περίεργο πέτρωμα, που το λένε μελίστρα και σπάει πολύ εύκολα. Κάποια στιγμή εκεί που το σκαλίζαμε βρήκαμε ένα φίδι και σταματήσαμε.
Μου άρεσε πολύ αυτή η εμπειρία. Χάρηκα πολύ για τον παππού. Δεν τον έχω δει ποτέ τόσο χαρούμενο. Επιτέλους είδα από κοντά όλες αυτές τις ιστορίες και την καταγωγή μας. Κι’ όμως, όλες αυτές οι σκέψεις, οι αναμνήσεις, όχι μόνο δικές μου, αλλά και των προγόνων μου, όλες αυτές χωράνε σε αυτό το μικρό, χαμένο στα βουνά, χωριό, τα Βραγκιανά.
* Ο Κωνσταντίνος Παναγιώτη Παπαχρήστος είναι μαθητής Ε΄ τάξης Δημοτικού / δισέγγονος του Λάμπρου και της Βασι2ικής Παπαχρήστου - τέταρτης γενιάς Βραγκιανίτης






