Όλοι μπορούμε να καταλάβουμε πότε τα παιδιά παίζουν ένα παιχνίδι. Το παιχνίδι παρέχει επικοινωνία και αλληλεπίδραση των παιδιών μεταξύ τους. Τα παιδιά μέσω του παιχνιδιού δεν περνούν απλά τον χρόνο τους, αλλά αναπτύσσονται γνωστικά, κοινωνικά και σωματικά.Άλλο σημαντικό χαρακτηριστικό των παιχνιδιών είναι αν είναι δομημένα ή μη. Στο μεγαλύτερο μέρος τους τα σχολικά παιχνίδια είναι δομημένα. Τα παιδιά μαθαίνουν τον τρόπο λειτουργίας τους, τους κανόνες που θα πρέπει να ακολουθήσουν και τους σκοπούς του εκάστοτε παιχνιδιού. Τα μη δομημένα, απ’ την άλλη, είναι δημιουργικά και αυτοσχέδια. Το παιδί χρησιμοποιώντας τη φαντασία του μπορεί να οργανώσει ένα μη δομημένο παιχνίδι. Δεν είναι απαραίτητο να είναι ατομικό παιχνίδι. Βέβαια, τα μη δομημένα παιχνίδια παίζονται περισσότερο από παιδιά προσχολικής ηλικίας.
Αρκετές φορές τα παιχνίδια οργανώνονται, κατευθύνονται και εφαρμόζονται κάτω από την επίβλεψη ενός ενήλικα. Αυτός συνήθως ονομάζεται συντονιστής. Τη θέση ενός συντονιστή μπορεί να έχει ένας γονέας, ένας παιδαγωγός, κ.πλ. Τα παραδοσιακά παιχνίδια σε μεγάλη τους έκταση έχουν ένα δάσκαλο για συντονιστή. Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό του τρόπου ζωής του παρελθόντος. Οι εκπαιδευτικοί αναλαμβάνουν τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών. Οι γονείς σπάνια συμμετείχαν στην οργάνωση ενός παιχνιδιού. Στις περισσότερες περιπτώσεις μάλιστα ο συντονιστής απουσιάζει εντελώς και τα παιδιά παίζουν μεταξύ τους στις «αλάνες».
Παρατηρώντας πιο προσεκτικά τα παραδοσιακά παιχνίδια διαπιστώνεται μια έντονη διαφορετικότητα σε σχέση με τα σημερινά, πράγμα που τα καθιστά ιδιαίτερα ενδιαφέροντα ανεξάρτητα από την προέλευσή τους.
Η συμβολή του παιχνιδιού στη γνωστική ανάπτυξη του παιδιού είναι εμφανής καθώς αυτή βοηθά στη νοημοσύνη του. Μέσα από το παιχνίδι το παιδί συλλαμβάνει έννοιες όπως τα χρώματα και τα σχήματα - π.χ. στο παιχνίδι τριγιώτα - τεσσερώτα όπου γίνεται χρήση γεωμετρικών σχημάτων. Ακόμα, εμπλουτίζονται οι γνώσεις του και βελτιώνεται ο τρόπος έκφρασής του, η χρήση των λέξεων και η ανάπτυξη του λόγου. Το παιχνίδι παρέχει νοητική ευελιξία, φαντασία και δημιουργικότητα - τα παιδιά να εξελίσσουν τη σκέψη τους επινοώντας νέους κανόνες ή παραλλάσσοντας τους ήδη υπάρχοντες.
Εν συνεχεία, παρατηρείται συναισθηματική μάθηση και προώθηση της ψυχικής υγείας. Το παιδί μέσα από το παιχνίδι μαθαίνει να διαχειρίζεται την ένταση των συναισθημάτων του και να τα ρυθμίζει - π.χ. ο θυμός, η χαρά, η απογοήτευση, κ.πλ. Το παιχνίδι αποτελεί έκφραση της συναισθηματικής ζωής και μέσο εκτόνωσης του άγχους και της ψυχικής υπερέντασης. Διδάσκει, επίσης, απλές στρατηγικές για να απαλλαχθούν τα παιδιά από υπολείμματα δυσάρεστων συναισθημάτων. Τα παιδιά άλλωστε έχουν ανάγκη να νιώσουν ασφάλεια και ικανοποίηση όταν εξερευνούν τα συναισθήματά τους. Το παιχνίδι συμβάλλει στον αυτοέλεγχο και την αυτογνωσία του παιδιού. Το παιδί αποκτά επίγνωση των συναισθημάτων του και την ικανότητα να τα εκφράζει με επιτυχία. Επίσης, το του προσφέρει χαρά, διασκέδαση και ικανοποίηση συναισθημάτων που προωθούν την καλή ψυχική υγεία. Το παιδί μαθαίνει την έννοια της ενσυναίσθησης - την ικανότητα να «μπαίνει στη θέση του άλλου», να βιώνει συναισθήματα και καταστάσεις άλλων σα να ήταν ο ίδιος.
Με το παιχνίδι το παιδί υποδύεται κοινωνικούς ρόλους, μαθαίνοντας τα χαρακτηριστικά τους. Έρχεται σε αλληλεπίδραση με τους άλλους δημιουργώντας διαπροσωπικές σχέσεις - φιλία, συναδελφικότητα. Το ομαδικό πνεύμα οδηγεί σε υγιή συνεργασία και συναγωνισμό. Ενισχύει, ακόμη, την ικανότητα έκφρασης αναπτύσσοντας τις δεξιότητες επικοινωνίας του παιδιού. Αρκετές φορές, χρησιμοποιείται για εξοικείωση ή για να «σπάσουν τον πάγο» ενισχύοντας τη συνοχή της ομάδας και βοηθώντας στην ανάπτυξη της ομαδικής ταυτότητας. Και φυσικά η λειτουργικότητα ενός παιχνιδιού βασίζεται στην τήρηση συγκεκριμένων κανόνων τους οποίους και θα πρέπει να γνωρίζουν καλά όλοι οι συμμετέχοντες. Το παιδί μαθαίνει να μοιράζεται, να περιμένει τη σειρά του, να διαπραγματεύεται κ.πλ. Το παιχνίδι δίνει στο παιδί τη δύναμη να εκφράσει θέληση, υπευθυνότητα, υπομονή, επιμονή και θάρρος. Το παιδί διαμορφώνει ηθικές αρετές όπως η δικαιοσύνη - π.χ. στα λαχνίσματα παρατηρούμε έναν δίκαιο τρόπο ανάδειξης του πρώτου συμμετέχοντα στο παιχνίδι - η αξιοκρατία, ο σεβασμός των αντιπάλων, ο αυτοσεβασμός, η μετριοφροσύνη, η συνετή αντιμετώπιση της νίκης ή της ήττας.
Η ανάπτυξη φυσικών σωματικών δεξιοτήτων επιτυγχάνεται μέσα από την συμμετοχή των παιδιών στο παιχνίδι. Το παιδί αποκτά αντοχή, δύναμη, ταχύτητα, ευλυγισία, ευκινησία. Αναπτύσσει τις κινητικές του δεξιότητες σύνθετες ή περίπλοκες, τελειοποιώντας τες. Το παιχνίδι καλλιεργεί ρυθμό βελτιώνοντας τον κινητικό συντονισμό. Το παιδί τρέχει, πηδά, χοροπηδά, σκαρφαλώνει, επιτυγχάνοντας ενδυνάμωση του μυϊκού τόνου, ισορροπία και έλεγχο κινήσεων.
Αξιοσημείωτη είναι η βοήθεια στην ανάπτυξη του οπτικο-κινητικού συντονισμού, όπου το παιδί μαθαίνει να συντονίζει την όραση και τις αισθήσεις του με τις αντίστοιχες κινήσεις ώστε να επιτύχει τον σκοπό του - π.χ. κρυφτό: το παιδί ψάχνει τους φίλους του και όταν τους ανακαλύπτει πρέπει να αντιδράσει τόσο άμεσα ώστε να μην τον προλάβει κανείς και χάσει. Σημαντικό, όμως είναι ότι μέσα από όλα αυτά το παιχνίδι προάγει την υγεία και την ευεξία.
Οι μεγάλοι απ’ τη μεριά τους ενθαρρύνουν τα παιδιά να αλληλεπιδράσουν μεταξύ τους. Να γίνουν μέρος της ομάδας και να ενταχθούν πλήρως σε αυτή. Το σωστό περιβάλλον για την ανάπτυξη του παιδιού είναι εκείνο όπου όλα τα συναισθήματα αναγνωρίζονται και εκτιμούνται. Το παιχνίδι βοηθά ιδιαίτερα στην επικοινωνία των παιδιών με τους μεγάλους. Οι γονείς ή οι δάσκαλοι κατανοούν πως βλέπουν τα παιδιά τον κόσμο γύρω τους. Παρατηρώντας τα να παίζουν μπορούν να δουν την έκφραση των σκέψεων και των συναισθημάτων τους. Με ενθάρρυνση του συντονιστή τα παιδιά δοκιμάζουν τις ικανότητές τους. Ο έλεγχος των παιχνιδιών από τους ίδιους τους συμμετέχοντες είναι μια σημαντική πλευρά της διαδικασίας του παιχνιδιού και επειδή τα παιδιά θεωρούν ότι είναι δύσκολη αυτή η διαδικασία μπορούν σταδιακά, με ενθάρρυνση και υποστήριξη να αντεπεξέλθουν σε έναν ηγετικό ρόλο. Η εύρεση λύσεων βοηθάει τα παιδιά να αναγνωρίσουν τις δεξιότητες τους, τις ικανότητές τους και τη δύναμη επίτευξης των στόχων τους. Οι ρόλοι οι κανόνες και τα όρια πρέπει να είναι σαφή για να νιώθουν ασφάλεια τα παιδιά. Παράδειγμα χρονικού ορίου - 10 λεπτά παιχνίδι και μετά θα κάνουμε Χ. Η θέση του συντονιστή είναι σημαντική σε βαθμό που να μην επεμβαίνει στον τρόπο έκφρασης των παιδιών όταν αυτά αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Έχει τη δύναμη να κρατά τις ισορροπίες εντός και εκτός της ομάδας επαινώντας μια επιθυμητή συμπεριφορά ή αποθαρρύνοντας κάποια άλλη αντίστοιχα. Φυσικά όμως, ο έπαινος είναι πιο αποτελεσματικός όταν είναι συγκεκριμένος και σε συνεχή αλλαγή και εξέλιξη.
Το παιχνίδι είναι αναπόσπαστο κομμάτι στην παιδική καθημερινότητα. Τα παιδιά παίζουν από τη βρεφική ηλικία και συνεχίζουν σχεδόν για όλη τους τη ζωή. Η συνεχής αλλαγή των απαιτήσεων της κοινωνίας ωθεί το παιχνίδι να αλλάξει μορφή με αποτέλεσμα να διαφέρει από το παρελθόν μέχρι σήμερα. Τα παραδοσιακά παιχνίδια παρατηρούνται να λαμβάνουν χώρα σε εξωτερικούς χώρους και απαιτώντας απλή πρώτη ύλη - ξύλα, πέτρες, κ.πλ. Τα σημερινά παιχνίδια είναι πιο παθητικά, δίνοντας έμφαση στην «εικονική πραγματικότητα» - βιντεοπαιχνίδια. Επιπλέον, παρατηρούνται να είναι πιο ανταγωνιστικά και να ωθούν τα παιδιά στην επίτευξη της τελειότητας και την κατάκτηση της «πρώτης θέσης». Δίνουν έμφαση ακόμα στη διάκριση του παιδιού ατομικά και σπάνια προωθούν την ομαδικότητα - δυτικός τρόπος σκέψης. Βασικό χαρακτηριστικό όλων των παραδοσιακών παιχνιδιών είναι η ανάπτυξη των φυσικών σωματικών δεξιοτήτων.
Το παιχνίδι πάνω απ’ όλα είναι διασκέδαση για το παιδί. Προσφέρει ευχάριστα συναισθήματα και το ολοκληρώνει ως μέλος της κοινωνίας μας. Το ωθεί στην επικοινωνία του λεκτική και συναισθηματική με τους γύρω του και ενδυναμώνει το μυαλό και το σώμα του.
* Μικρός Πρίγκιπας, Αντουάν ντε Σεντ-Εξιπερί






