Ela na paiksoume

Koumpouriana

29 - 02 - 2024
Καταφύλλι
Σύλλογοι
Είσοδος μελών
Συνδεδεμένοι χρήστες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 77 guests και one member

Παραπομπές
Ενημέρωση - ψυχαγωγία

Ela na paiksoume

Από τα «ΞΕ-ΝΥΣΤΑΓΜΑΤΑ» του Γιώργου Σταμούλη

001 Giorgos Stamoulis Δηλώνοντας σήμερα σε δημόσια και ιδιωτικά έγγραφα τη μόνιμη κατοικία μας γνωρίζουμε πολύ καλά ότι λέμε ψέματα, αφού αλλάζει τόσο συχνά, ώστε μόνο μόνιμη δεν είναι. Θα μπορούσαμε, βέβαια, για λόγους ακριβολογίας να τη δηλώνουμε ως «τελευταία», αλλά για φανταστείτε χιλιάδες ανθρώπους σε Εφορίες ή Τράπεζες να συμπληρώνουν δηλώσεις και ταυτόχρονα να ψάχνουν για ξύλο ή να φτύνουν τον κόρφο τους;

 Ο Φάνης, όμως, ο Σταύρου, με εξαίρεση εικοσιπέντε συνεχόμενες μέρες, ήταν απόλυτα συνεπής με τη δήλωσή του περί μόνιμης κατοικίας. Έζησε όλη του τη ζωή στο ίδιο χωριό, στο ίδιο σπίτι και πιθανόν

και στο ίδιο δωμάτιο. Γεννημένος - ας πούμε - το 1895 στα Σελιπιανά, πέθανε - χωρίς ας πούμε - το 1965 στο Καταφύλλι, εκεί ακριβώς που γεννήθηκε. Μέχρι και το χωριό άλλαξε όνομα, αυτός όμως έμεινε πιστός στον τόπο του. Η ζωή τα ’φερε έτσι που δεν πήγε ούτε φαντάρος. Από μικρός έμεινε ορφανός και ως προστάτης της οικογένειας πήρε απαλλαγή. Τα λιγοστά ταξίδια ήταν μονοήμερα ή διήμερα, κυρίως στο Μουζάκι, όταν έπρεπε να πάει για αλεύρι ή να πουλήσει κανένα ζώο στο σαββατιάτικο παζάρι. Κι αυτές τις εικοσιπέντε μέρες που έλειψε, για λόγους υγείας το έκανε και πάλι χωρίς τη θέλησή του. Το ιατρικό όμως συμβούλιο που συγκλήθηκε για χάρη του με πρόεδρο τον παπά και μέλη τούς εξειδικευμένους γιατρούς του χωριού αποφάσισε την παραπομπή του σε Νοσοκομείο.

 Ίσως να μην είναι ευρέως γνωστό ότι τα παλιά τα χρόνια σε κάθε πόλη και χωριό υπήρχαν άνθρωποι που προσέφεραν υπηρεσίες υγείας τόσο αποτελεσματικές, ώστε ακόμα και σήμερα προκαλούν το θαυμασμό πολλών που ανατρέχουν στο διαδίκτυο αναζητώντας κάποιους κληρονόμους του θείου αυτού χαρίσματος, για να αντιμετωπίσουν το πρόβλημά τους. Εξάλλου το διαδίκτυο προσφέρει σήμερα τόση επιστημονική γνώση που σε λίγο τα πανεπιστήμια θα είναι εντελώς άχρηστα. Οι γιατροί, λοιπόν, του παρελθόντος ήταν πολύ εξειδικευμένοι. Άλλος έκοβε τη χρυσή, άλλος έδενε τα σπασίματα, άλλος τράβαγε τα πάκια με τέτοια επιδεξιότητα που σε ελάχιστα λεπτά έβλεπες τον σφαδαζόμενο από τους πόνους λαμπάδα όρθιο, έτοιμο να σύρει το χορό. Επί σωματικών και ψυχικών ασθενειών, που η αιτία τους ήταν αόρατες μεταφυσικές δυνάμεις, φυσικά αρμόδια ήταν η πανταχού παρούσα ξεματιάστρα. Στα Σελιπιανά όμως υπήρχε και μια σπάνια ειδικότητα που υπό άλλες συνθήκες έπρεπε να κατέχει έδρα στα μεγαλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου. Ο ειδικός αυτός γιατρός έπιανε τους πόνους, πιο συγκεκριμένα τους οξείς πόνους, τους σφάχτες όπως αλλιώς τους λέμε. Είχες τέτοιο πόνο στο κεφάλι, στην πλάτη, στην κοιλιά; Πήγαινες στον ειδικό και αυτός χωρίς καμία επέμβαση, απλή ή επώδυνη, σε απάλλασσε αμέσως. Με μία προϋπόθεση. Να είναι σφάχτης. Κομπόδιαζε δυο σχοινιά και τα πλάκωνε με μια πέτρα λέγοντας ταυτόχρονα και κάποια μαντολόγια. Έτσι, αν σου πέρναγε, σήμαινε ότι ο γιατρός έπιασε τον πόνο. Αν δεν σου πέρναγε, σήμαινε απλά ότι ο πόνος δεν ήταν σφάχτης. Τελευταία εμφανίστηκε και ένας καινοφανής κλάδος της ιατρικής, που τον υπηρετούσε με μεγάλη επιτυχία η Φρόσω. Αν η εν λόγω επιστήμων διαπίστωνε ότι ο ασθενής «ξεστρίφτηκε», αναλάμβανε αμέσως τη θεραπεία, που μέσα από μια περίπλοκη διαδικασία μετρήματος και ξεμετρήματος, άρχιζε το ρεγουλάρισμα από τον αφαλό. Και ήταν τόσο ακριβής στις στροφές που έδινε, ώστε ποτέ δεν είχαν αναφερθεί παρενέργειες, όπως θα συνέβαινε στην περίπτωση που οι στροφές ήταν περισσότερες του δέοντος.

 Και στα φάρμακα έλλειψη δεν υπήρχε. Δόξα τῷ Θεῷ, βότανα υπήρχαν πολλά και για κάθε σχεδόν ασθένεια˙ μέχρι και ’ρσενικοβότανο για όσες γυναίκες ήθελαν ν’ αποκτήσουν αγόρι. Εκείνο που ήταν δύσκολο να βρεθεί ήταν το γαϊδουρόγαλο, που όμως γιάτρευε αμέσως τον πονόματο και το καρκαλέτσι, δηλαδή τον κοκίτη. Και η ομοιοπαθητική δεν ήταν άγνωστη, αν και την εφάρμοζαν οι πιο τολμηροί. Για να αντιμετωπίσουν τους ρευματικούς πόνους χρησιμοποιούσαν τη φουντανέλα. Προκαλούσαν, δηλαδή, πληγές στα πόδια τους που τις κάλυπταν με φύλλα κισσού. Με τις μέρες οι πληγές γέμιζαν πύον και με αυτό τον ομοιοπαθητικό τρόπο αποτοξινωνόταν ο οργανισμός και απαλλασσόταν οριστικά από τους πόνους. Βέβαια, εντελώς τυχαία σε μερικούς συνέβαινε η οριστική απαλλαγή από τα ρευματικά να συμπίπτει και με την οριστική μετακόμισή τους στην πλέον μόνιμη κατοικία τους.

 Ο Φάνης, λοιπόν, όπως και όλοι οι κάτοικοι του χωριού με τέτοιο σύστημα πρωτοβάθμιας ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης ένοιωθε ασφαλής και δεν είχε κανένα πρόβλημα. Άλλα ήταν τα προβλήματά του, με μεγαλύτερο τη φτώχεια και την πείνα. Μετά τον πόλεμο όμως, που τα πράγματα «έσιαξαν» κάπως, άρχισε να χορταίνει κι αυτός ψωμί. Σοβαρό πρόβλημα υγείας αντιμετώπισε στα μέσα Απριλίου του 1958. Πονούσε αφόρητα στη μέση, στην πλάτη και στα πόδια, με αποτέλεσμα να μείνει ξαπλωμένος στο στρώμα και να μην μπορεί να κουνηθεί˙ ούτε προς νερού του δεν μπορούσε να σαλέψει. Όπως ήταν φυσικό κατέφθασαν στο φτωχικό του όλες οι ειδικότητες των γιατρών του χωριού, πλην της μαίας για ευνόητους βεβαίως λόγους. Όλοι τους ανεξαιρέτως κατέβαλαν υπεράνθρωπες προσπάθειες, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Αυτό που δεν μπορούσε να ερμηνευτεί από τους ειδικούς ήταν ότι η κλινική εικόνα του ασθενούς με τους έντονους πόνους συνοδευόταν από τον αφύσ’κα. Ο αφύσ’κας ήταν μια παροδική αδιαθεσία που περνούσε συνήθως με ένα βραστό ρόφημα. Αν μάλιστα του ροφήματος προηγούνταν ένα καλό γεύμα που να περιέχει ψωμί, το αποτέλεσμα ήταν ταχύτατο. Ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της Κατοχής ο αφύσ’κας είχε πάρει μορφή επιδημίας. Όλοι απ’ αυτό έπασχαν, μηδέ εξαιρουμένων των υπηρετών της ιατρικής επιστήμης. Στην περίπτωση όμως του Φάνη οι ειδικοί σήκωσαν τα χέρια τους. Κάλεσαν και τον παπά ως συνεπίκουρο της επιστήμης, που διάβασε αρκετές ευχές μεταξύ αυτών και αυτή της βασκανίας, μιας και ο Φάνης, παρά την ηλικία του, είχε μια ζηλευτή ομορφιά και μπορούσε να μπει στο μάτι πολλών ζηλόφθονων. Και η τελευταία όμως προσπάθεια αποδείχτηκε μάταιη. Η απογοήτευση κυρίεψε όλους πλην τον παπά, ο οποίος κάλεσε αμέσως ιατρικό συμβούλιο και πίεσε ώστε να βγει ομόφωνη απόφαση και να παραπεμφθεί ο ασθενής σε ένα δευτεροβάθμιο όργανο παροχής υγείας, δηλαδή σε Νοσοκομείο.

 Στο άκουσμα αυτής της απόφασης ο Φάνης αντέδρασε έντονα και παρά την πίεση που του ασκούσε τόσο το ιατρικό συμβούλιο όσο και η γριά του, η Μαρία, αυτός φώναζε δυνατά:

 - Δεν πάω π’θενά, π’θενά, ιδώ θα μείνω.

 Η λεκτική και έντονη αυτή αντίδραση του Φάνη έμεινε παροιμιώδης, ώστε να αναπαράγεται από τους κατοίκους του χωριού πολύ συχνά για να αναδειχθεί έτσι η αγάπη και η πίστη του Φάνη για τον τόπο του. Το γεγονός βέβαια ότι δεκαετίες αργότερα η φράση αυτή έγινε πασίγνωστο λαϊκό άσμα πρέπει να θεωρηθεί εντελώς συμπτωματικό.

 Τελικά, ο Φάνης πείστηκε και μέσα σε δυο μέρες ετοιμάστηκε για το μεγάλο ταξίδι. Ο παπάς ανέλαβε τον συντονισμό των ενεργειών αναθέτοντας στον καλύτερο ξυλουργό του χωριού την κατασκευή φορείου που να μπορεί να στερεωθεί στο σαμάρι της φοράδας που διέθετε ο Φάνης. Στο μεταξύ μέσω τηλεγραφημάτων και του χειροκίνητου τηλεφώνου - προηγμένης τεχνολογικά ανοιχτής ακρόασης, ώστε να ακούν όχι μόνο οι παριστάμενοι αλλά και οι κατέχοντες τηλέφωνο σε όλο το νομό - επικοινώνησε μ’ έναν ξάδελφό του που έμενε στο Αγρίνιο και είχε γνωριμίες με τοπικό βουλευτή, προκειμένου να μεσολαβήσει για να εισαχθεί στο Νοσοκομείο. Πράγμα που έγινε. Το απαντητικό τηλεγράφημα έγραφε: «Νοσοκομείο έτοιμο. ΣΤΟΠ».

 Κυριακή πρωί, αμέσως μετά την εκκλησία μαζεύτηκε όλο σχεδόν το χωριό στο σπίτι του Φάνη. Χαμός! Με κλάματα, κραυγές, σταυροκοπήματα συνοδευόμενα με τη γνωστή φράση απόγνωσης «α που πουι γιαμ’» έδειχναν τη μεγάλη λύπη τους οι γυναίκες, ενώ οι άνδρες όρθιοι, με ακουμπισμένο το πηγούνι στις γκλίτσες ή έμειναν σιωπηλοί ή χαμηλόφωνα ανά δύο εκτιμούσαν την κατάσταση. Όταν όμως έφτασε η ώρα να μπουν στο δωμάτιο τέσσερις άντρες για να βάλουν τον Φάνη στο φορείο το δράμα κορυφώθηκε.

 - Που σι πάν’, Φάνη μ’! φώναξε μια γυναίκα, για να ακολουθήσει άλλη:

 - Τέσσερις τον πάν’ ιιι ! και όλες μαζί να τον κλαίν για πεθαμένο.

 Την ώρα εκείνη πλησιάζει κι ο παπάς που με τρόπο του δίνει δυο «αλγκόν» με λίγο νερό για να του περάσει λίγο ο πόνος και ν’ αντέξει το ταξίδι, μα η κίνησή του αυτή παρεξηγήθηκε.

  • Τουν μεταλαβαίνει ! φωνάζει μια.
  • Τ’ σταυρώνει τα χέρια ! σέρνει άλλη τη φωνή της όσο πιο δυνατά μπορούσε.

 Μέσα σ’αυτό το σκηνικό τα ‘χασε και ο Φάνης κι άρχισε να κουνάει χέρια, πόδια να διαπιστώσει μήπως πέθανε στ’ αλήθεια και δεν το πήρε χαμπάρι. Δίπλα στο κεφάλι του ακριβώς γονατισμένη ήταν η Βασίλω, η αδελφή της γυναίκας του. Γυρίζει και τη ρωτάει:

 - Τι γίνιτι μουρή Βασίλου, μήπους πέθανα;

 - Όχι ακόμα, Φάνη μ’! του απαντάει εκείνη, λιγωμένη από το κλάμα.

 Σε λίγο βγάζουν το φορείο στην αυλή με το Φάνη δεμένο πάνω σ’αυτό, ώστε να φορτωθεί εύκολα στη φοράδα που περίμενε σαμαρωμένη. Και ενώ όλοι είχαν την περιέργεια να δουν αν θα πετύχει η πατέντα, άρχισε να χτυπά πένθιμα η καμπάνα της εκκλησίας του χωριού. Τότε ήταν που απομπερδεύτηκαν. Από τη μια έβλεπαν το Φάνη ζωντανό πάνω στο φορείο και από την άλλη άκουγαν την καμπάνα να συνεχίζει το πένθιμο κάλεσμά της. Κάποιοι - οι λιγότεροι - αναρωτιόνταν ποιος πέθανε και τον αναζητούσαν ανάμεσα σ’αυτούς που έλειπαν από το σπίτι του Φάνη, οι περισσότεροι όμως ήταν σίγουροι για το ποιος, απλά δεν καταλάβαιναν … τη διαδικασία, με τον μπάρμπα Γρηγόρη να εκφράζει δυνατά την απορία του:

 - Τι διάολου γίνιτι! Ζωντανούς θα μας θάβουν τώρα;

 Μέχρι κι αυτοί που κρατούσαν το φορείο σταμάτησαν και ρωτούσαν τον παπά:

 - Ρε παπά, τιλικά για πού τουν πάμι;

 - Φορτώστε τον στ’ φοράδα γλήγορα κι αφήστι τ’σαχλαμάρες, είπε ο παπάς και έτσι πήγε και η καρδιά του Φάνη στη θέση της.

 - Και γιατί βαράει η καμπάνα τότι;

 - Ούτι γιατί βαράει ξέρου, ούτι ποιος τ’ βαράει. Κάμ’τι ισείς τ’ δ’λειά σας κι θα του μάθουμι κι αυτό.

 Πράγματι, μετά από λίγο το ‘μαθαν. Κάτι λιανοπαίδια που έπαιζαν τσιλίκα στον περίβολο της εκκλησίας είχαν βάλει στοίχημα ο χαμένος να χτυπήσει την καμπάνα πένθιμα!

 Η μικρόσωμη φοράδα, αν και είχε σηκώσει στις πλάτες της χιλιάδες φορές το αφεντικό της, σε τέτοια όμως στάση ποτέ, δέχτηκε χωρίς αντιρρήσεις και αυτό το φορτίο. Εξάλλου είχε ως οδηγούς τα δυο αγαπημένα ανίψια του Φάνη, τον Αργύρη και τον Ξενοφώντα, που τα αγαπούσε πολύ, όπως και το αφεντικό της. Βλέπετε ο Θεός δεν του χάρισε παιδιά κι αυτός ήταν μεγάλος καημός και καθόλου κρυφός. Όταν, λίγες μέρες αργότερα, ένας γιατρός του Νοσοκομείου παρατηρώντας ότι δεν είχε επισκέπτες, τον ρώτησε:

 - Μπάρμπα Φάνη, παιδιά, εγγόνια δεν έχεις;

 - Αϊ, ρε γιατρέ, του πόνου μ’ σκαλίζ’ς, απάντησε ο Φάνης αναστενάζοντας, ενώ συνέχισε. Πιδιά, δεν έχου, όχι. Δόξα του Θεό όμως έχου αγγόνια.

 - Και πως γίνεται αυτό να έχεις εγγόνια χωρίς παιδιά; Αναρωτήθηκε ο γιατρός.

 - Πώς δεν γίνιτι. Είνι απ’ τα κουρίτσια. Έχου δυο κουρίτσια, απού τέσσιρα έκαμι η καθεμίνια.

 - Και που μένουν;

 - Η μίνια, η μιγάλη, είνι παντριμένη στ’ Σουμερού, απού πέρα, η άλλη απού τούτ’ τ’ μιριά, α, λίγου παρακατούλια, ακρουπουταμιά, στα Τσαπίσματα.

 Ο γιατρός τον άφησε χαμογελώντας δείχνοντας μεν κατανόηση για τον καημό του, όχι όμως και για τις γεωγραφικές προσεγγίσεις του.

 Ο Αργύρης, λοιπόν, με τον Ξενοφώντα ανέλαβαν να συνοδεύσουν τον μπάρμπα τους μέχρι τον Εμπεσό και με την ευκαιρία θα αγόραζαν από το Μονοπώλιο αλάτι για να ταΐσουν τα πρόβατα και λίγο φωτιστικό πετρέλαιο για το καντήλι. Έτσι δε θα γυρνούσε και η φοράδα άδεια. Στον πηγεμό μπροστά πήγαινε ο Αργύρης, στη μέση η φοράδα έχοντας κατά μήκος του σώματός της φορτωμένο το φορείο με το Φάνη κατά τέτοιο τρόπο ώστε το κεφάλι του να βρίσκεται πάνω από το δικό της, ενώ ακολουθούσε ο Ξενοφώντας επιβλέποντας το φορτίο μη γίνει κανένα ατύχημα. Ατύχημα μεν δεν έγινε, μέχρι να φτάσουν όμως στον Αχελώο και να περάσουν τη γέφυρα που συνδέει την Καρδίτσα με την Αιτωλοακαρνανία - όλο κατηφόρα για μιάμιση περίπου ώρα - ο Φάνης κατάπιε αρκετές φορές τα συκωτοπλεμονά του. Με τα πόδια πάνω και το κεφάλι κάτω ένοιωθε να ξεριζώνονται τα σωθικά του πέρα απ’ το γεγονός ότι η πατέντα του ξυλουργού δεν είχε προβλέψει τα ιδιαίτερα αμορτισέρ της φοράδας, με αποτέλεσμα να γέρνει πότε δεξιά και πότε αριστερά ανάλογα με τα πατήματά της. Η κατάβαση ήταν μια επικίνδυνη και χρονοβόρα ακροβασία που δεν άφησε άφωνους τους θεατές αλλά τον ακροβάτη. Μια ο φόβος του μην πέσει, μια το αίσθημα του ξεριζώματος των σπλάχνων του, ο Φάνης στις ερωτήσεις των ανιψιών για το πώς πάει, απαντούσε με ένα υπόκωφο μουγκρητό που έβγαινε έχοντας το στόμα του κλειστό.

 Επιτέλους! Έφτασαν στη γέφυρα. Εκεί σταμάτησαν κάτω από ένα πουρνάρι να ξεκουραστούν και να πιούν λίγο νερό. Ξεφόρτωσαν και το Φάνη, τον ξέδεσαν, τον ανασήκωσαν λίγο, ήπιε κάμποσο νερό και μετά τους είπε το τι τράβηξε. Ο δρόμος όμως ήταν μακρύς κι έπρεπε να βιαστούν, πριν τους πάρει η νύχτα. Και τη νύχτα μεν την πρόλαβαν, όχι όμως και την περιπέτεια. Στην αρχή και μέχρι τα Βρουβιανά όλα πήγαινα καλά με λίγη ανηφόρα και αρκετά βατό μονοπάτι. Από τα Βρουβιανά όμως μέχρι το Σακαρέτσι, σημερινό Περδικάκι, η φοράδα έκανε πατινάζ πάνω στις ατελείωτες γυαλιστερές πέτρες. Και από πάνω να βαράει ο ήλιος κατακούτελα. Η φοράδα έσταζε από τον ιδρώτα, ο Φάνης πέρασε το στάδιο της βράσης και άρχισε το ροδοκοκκίνισμα, ενώ ο Αργύρης με τον Ξενοφώντα δεν ήξεραν τι να πρωτοπρολάβουν, τη φοράδα μην πέσει ή το μπάρμπα τους μην ξεδεθεί από το φορείο. Όσο για τα πόδια τους, δύσκολα μπορεί κανείς να το φανταστεί. Φορούσαν κάτι μαύρα λαστιχένια παπούτσια χωρίς κάλτσες και περπατούσαν επί τρεις ώρες ποδαρόδρομο μες το ήλιο, πατώντας πάνω στις καυτές πέτρες. Μετά το Σακαρέτσι και αφού σταμάτησαν σε μια μικρή πηγή για να δροσιστούν, περπάτησαν επί μιάμιση ακόμα ώρα. Τελικά έφτασαν στον Εμπεσό αργά το απόγευμα σταματώντας στην είσοδο του χωριού σ’ένα καφενείο που λειτουργούσε και σα χάνι.

 Και ενώ ο Αργύρης με τον Ξενοφώντα προσπαθούσαν να βολέψουν τον μπάρμπα τους και τη φοράδα, το καφενείο άρχισε να μαζεύει κόσμο από περίεργους που ήθελαν να δουν από κοντά όσα με ηλιακή ταχύτητα διαδίδονταν στο χωριό. Ο σχολιασμός έδινε κι έπαιρνε με τον καφετζή - που γελούσαν και τα μουστάκια του από την απρόσμενη κοσμοπλημμύρα - να εξηγεί το ποιοι είναι, από πού έρχονται και το σκοπό της άφιξής τους. Και ο μεν καφετζής έβλεπε ότι το απρόσμενο και δωρεάν παρεχόμενο θέαμα ήταν ευκαιρία για ένα καλό μεροκάματο, ωφελήθηκε όμως και ο παρέχων το θέαμα, ο Φάνης. Στο χωριό υπήρχε αγροτικός γιατρός, που φτάνοντας κι αυτός στο καφενείο, κατατρόμαξε απ’την εικόνα που έδειχνε ο Φάνης. Αφού του έκανε μια παυσίπονη ένεση και του έδωσε μπόλικο νερό και φαγητό, επικοινώνησε με το Νοσοκομείο του Αγρινίου και ζήτησε ασθενοφόρο. Κοντά στα μεσάνυχτα αυτό έφτασε, παρέλαβε το Φάνη απαλλάσσοντάς τον απ’ την ταλαιπωρία της επόμενης ημέρας. Ξημερώματα Δευτέρας και χωρίς να το πολυκαταλάβει βρισκόταν ξαπλωμένος σε κρεβάτι με άλλους επτά ασθενείς σε θάλαμο της Ορθοπεδικής κλινικής.

 Η πρώτη επαφή του Φάνη με αυτό το άγνωστο σ’ αυτόν είδος ιατρικής δεν ήταν άσχημη. Το μόνο που αρχικά τον ανησυχούσε ήταν το κρεβάτι. Σίγουρα πέρασε τα εξήντα του χρόνια και ως τώρα κοιμόταν στρωματσάδα. Έβλεπε το ύψος του κρεβατιού και τον έπιανε φόβος, μήπως στον ύπνο του αρχίσει να κυλιέται και βρεθεί στο πάτωμα. Γι’αυτό τις πρώτες ημέρες βαθύ ύπνο δεν έκανε, λαγοκοιμόταν, όπως παλιά, όταν φύλαγε τη νύχτα τα πρόβατα και είχε το νου του μην πέσει στο κοπάδι κανένας λύκος. Με τις μέρες όμως τον ξεπέρασε κι αυτόν τον φόβο. Εξάλλου η θεραπεία που του έκαναν με ενέσεις και χάπια φαίνεται να είχε αποτελέσματα, αφού οι πόνοι υποχώρησαν και άρχισε να πιστεύει ότι θα σηκωθεί και όρθιος. Στην αισιοδοξία του αυτή βοηθούσε και η πρωινή νοσοκόμα, μια σαραντάρα μελαχρινή από ένα μικρό χωριό του Βάλτου. Ήταν πολύ καλός άνθρωπος και αστειευόταν με τους ασθενείς, που την πείραζαν συνεχώς για την περίεργη προφορά της. Έσερνε κάποιες συλλαβές σαν να ήθελε να τις κόψει απ’τις λέξεις, αλλά την τελευταία στιγμή τις έσωζε, ενώ η διάκριση των ουσιαστικών σε αρσενικά και θηλυκά ήταν ανύπαρκτη. Ένα άρθρο χρησιμοποιούσε, το θηλυκό. Έτσι, όταν έμπαινε στο θάλαμο και απευθυνόταν στον Φάνη του έλεγε:

 - Η Στααααύρου έφαγε σήηηηημερα;

 Ήταν όμως τόσο εξυπηρετική και πρόθυμη, που σπάνια συναντάς στη ζωή σου. Αυτή του αγόρασε απ΄τις πρώτες κιόλας μέρες πιτζάμες, εσώρουχα και ξυριστικά μετά από κουβέντα που έκανε μαζί του, ενώ αυτός πλήρωσε μόνο το κόστος και όχι τον κόπο της.

 Οι μέρες περνούσαν και μετά από δυο βδομάδες άρχισε να σηκώνεται - με προσοχή όμως, σιγά-σιγά και χωρίς απότομες κινήσεις - να βγαίνει στο μπαλκόνι και να βλέπει να εκτείνεται στην πλαγιά μετά τον κάμπο το δάσος του Αγίου Χριστόφορου. Η εμπιστοσύνη του στους γιατρούς και το Νοσοκομείο είχε εμπεδωθεί για τα καλά και θα γινόταν ακλόνητη, αν…

 Ήταν Τρίτη, όταν μπήκε στο Νοσοκομείο μια ετοιμόγεννη γυναίκα, που κατά διαβολική σύμπτωση την έλεγαν Σταύρου. Η προϊσταμένη πήγε αρκετές φορές στο θάλαμο της γυναίκας και παρακολουθούσε αν έκανε διαστολή για να ξεκινήσει η διαδικασία της γέννας. Επειδή όμως καθυστερούσε πολύ, έδωσε μια ένεση στη νοσοκόμα από το Βάλτο να πάει γρήγορα να την κάνει στην Σταύρου. Αυτή και λόγω προφοράς και γιατί δεν ήξερε ότι είχε εισαχθεί στο Νοσοκομείο ετοιμόγεννη γυναίκα με το επίθετο αυτό, έτρεξε κατ’ ευθείαν στον Φάνη. Μπαίνει φουριόζα στον θάλαμο και του λέει να γυρίσει για να του κάνει την ένεση. Προσπαθεί ο κακομοίρης να αντιδράσει λέγοντας:

 - Έκαμα του προυί ένεση, γιατί πάλι;

 - Σουτ! Είπα, είναιαι διαταγή τσ’ προϊσταμέεεεενης!

 Μετά από λίγη ώρα και ενώ οι πόνοι δεν έρχονταν στη Σταύρου και ας είχε κάνει ένεση ο συνεπώνυμός της, προϊσταμένη και νοσοκόμα ξεδιάλυναν το μυστήριο. Τώρα όμως πολλαπλασιάστηκαν τα ερωτήματα, ως προς τις επιπτώσεις που θα είχε η ένεση στον Φάνη. Μη ικανές να δώσουν απάντηση απευθύνθηκαν σ’ ένα γιατρό, που κι αυτός αισθάνθηκε ανήμπορος να δώσει επιστημονική λύση, που με τη σειρά του το είπε στο διευθυντή της κλινικής και έτσι σε λίγο το έμαθε και ο γενικός διευθυντής. Στο μεταξύ ο Φάνης ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του και προβληματιζόταν για την αιφνίδια αλλαγή της θεραπείας. Και εκεί που σκεφτόταν ότι κάτι δεν πάει καλά, βλέπει να μπαίνει στο θάλαμο ένα τσούρμο από γιατρούς και νοσοκόμες και να τον κοιτούν επίμονα.

 - Είσαι καλά; Τον ρωτάει ο διευθυντής.

 - Έτσι νουμίζου. Ξέρου ιγώ κιόλας; Απαντά αμήχανος και φοβισμένος ο Φάνης.

 - Πονάς χαμηλά στην κοιλιά; Τον ξαναρωτά ο διευθυντής.

 - Όχι, μουρμουρίζει ο Φάνης.

 Αυτό το όχι, τους έκανε όλους να αλλάξουν όψη και να χαμογελούν κοιτώντας ο ένας τον άλλον. Μετά τον πλησίασε ο γιατρός του θαλάμου του, ενώ οι άλλοι έφυγαν και του εξήγησε τι είχε συμβεί.

 - Μη φοβάσαι του λέει, φεύγοντας, δεν πρόκειται να γεννήσεις.

 Η διαβεβαίωση όμως αυτή έγινε αιτία να γίνει στο θάλαμο χαμός. Τα γέλια και τα πειράγματα κράτησαν μέχρι την ημέρα που πήρε το εξιτήριο. Όσο για τη νοσοκόμα για να σβήσει το λάθος της μέχρι και στο πρακτορείο τον πήγε, στην πλατεία Ξηρομέρου, αφού προηγουμένως έστειλε τηλεγράφημα να τον περιμένουν στον Εμπεσό.

 Φτάνοντας την άλλη μέρα στο χωριό καβάλα στη φοράδα, καθισμένος όμως στο πλάι, όπως οι γυναίκες, και έχοντας ως συνοδό τον Ξενοφώντα, τον περίμεναν στην αυλή του σπιτιού, που είχε μετατραπεί σε καλοκαιρινό σαλόνι και κρεβατοκάμαρα, οι συγγενείς και οι γείτονες. Κάτω από τη σκιά δυο αδελφωμένων δέντρων, μιας μουριάς και μιας κορομηλιάς, ήταν στρωμένο με τσόλια ένα μεγάλο ξυλοκρέβατο. Άλλοι κάθονταν σ’αυτό και άλλοι στα πεζούλια, στρωμένα κι αυτά με κουρελούδες, που ήταν χτισμένα στα ριζά του τοίχου της μπροστινής όψης του σπιτιού. Ένα ταψί με φρεσκοκομμένα κεράσια και λίγα χαμοκέρασα (αγριοφράουλες) πηγαινορχόταν από χέρι σε χέρι κι όλοι μαζί άκουγαν με προσοχή το Φάνη να αφηγείται τις εμπειρίες του από το Νοσοκομείο, ενώ αυτός έβγαλε από τον ντορβά δυο σακούλες καραμέλες και τις έδωσε στη γριά του να φιλέψει τον κόσμο. Σε λίγο καταφτάνει και ο παπάς ανυπόμονος να μάθει για τη θεραπεία που του έκαναν. Τότε ο Φάνης έβγαλε πάλι από τον ντορβά ένα κουτί με χάπια και ένα με ενέσεις και αποκάλυψε στον παπά ότι του τα έδωσε ο γιατρός να τα χρησιμοποιήσει, αν τον ξαναπιάσει ίδιος πόνος. Ο παπάς έκοψε από τα κουτιά τους τίτλους των φαρμάκων και τα φύλαξε στην τσέπη του ράσου του.

 Η κίνηση αυτή του παπά, μια κίνηση δούρειου ίππου, έμελλε να αποτελέσει την αρχή του τέλους της πατροπαράδοτης ιατρικής. Ο Φάνης πάντως έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του χωρίς να χρειαστεί να χρησιμοποιήσει ούτε τα χάπια ούτε τις ενέσεις.

ΞΕΝΥΣΤΑΓΜΑΤΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟ

Διηγήματα με Καταφυλλιώτικο άρωμα.

 ΞΕΝΥΣΤΑΓΜΑΤΑ είναι ο τίτλος βιβλίου με ηθογραφικά διηγήματα, οι ήρωες των οποίων ζουν στο Καταφύλλι και την ευρύτερη περιοχή των Αγράφων τον περασμένο αιώνα. Δημιουργός των διηγημάτων ο Γιώργος Σταμούλης, Καταφυλλιώτης, πτυχιούχος Θεολογίας και Φιλολογίας με ειδίκευση στη Νεοελληνική Γλώσσα και Γραμματεία και όπως γράφει ο ίδιος στον πρόλογο, στα διηγήματα είναι ενταγμένες και κάποιες μικρές ιστορίες, «που έπλεκαν οι άνθρωποι γύρω από το τζάκι για να μικρύνουν τις μεγάλες νύχτες του Χειμώνα». Με τα «ΞΕΝΥΣΤΑΓΜΑΤΑ» οι ιστορίες αυτές «εντάχθηκαν σε διαφορετικό περιβάλλον με φανταστικά πρόσωπα και γεγονότα και ελπίζουν, όχι μόνο να διασωθούν οι ίδιες, αλλά να βοηθήσουν και στην απεικόνιση της καθημερινότητας μιας περασμένης αλλά όχι - ακόμα τουλάχιστον - ξεχασμένης εποχής».

 Σήμερα δημοσιεύουμε το πρώτο διήγημα με τίτλο «Της ιατρικής καμώματα».

 

Gia koinonika diktia
Θα μας βρείτε και στα κοινωνικά δίκτυα:
 
01 Masthead
 
02 Twitter 2
 
03 F B
 
04 Youtube   05 flickr  

Ο καιρός στο Καταφύλλι
Εφημερίδα
Σελίδες μελών
Τυχαία εικόνα
107_0698.jpg
Πρωτοσέλιδα
Δήμος Αργιθέας
Τελευταία άρθρα